ΟΙΤΥΛΟ (ΜΟΝΗ ΤΣΙΓΚΟΥ)

Η ΜΟΝΗ ΤΣΙΓΚΟΥ ή ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΩΝ ΠΕΤΡΟΥΛΙΑΝΩΝ
Απόσπασμα από το βιβλίο του Μιχάλη Γρηγ. Μπατσινίλα «ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΤΥΛΟΥ».
Η Μονή Τσίγκου ή μοναστήρι των Πετρουλιάνων, είναι αφιερωμένη στην Παναγιά και γιορτάζει στο Γενέθλιο της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου. Ανήκει στην οικογένεια των Στεφανοπουλιάνων.
Η εκκλησία είναι Βυζαντινής κατασκευής με τρούλο και καμπαναριό με δυο καμπάνες πάνω από την εξώπορτα της δυτικής πλευράς. Το εσωτερικό του ναού έχει ασπρισμένες αγιογραφίες, εκτός από τον τρούλο που διακρίνεται ο Παντοκράτορας και από το τέμπλο του ιερού, που έχει μόνο δύο εισόδους. Δεξιά της ωραίας Πύλης είναι η αγιογραφία του Χριστού, αριστερά της Παναγίας και αριστερά από την αριστερή είσοδο του ιερού, η αγιογραφία της Γεννήσεως της Θεοτόκου, και επάνω το δωδεκάορτο με μορφές αγίων.
Το μοναστήρι και τα σπίτια έχουν ολόγυρα ένα καστροτείχι για προστασία, εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό είναι ο μισοκατεστραμμένος στρογγυλός πύργος (γουλάς ή τάμπια), δεξιά όπως μπαίνουμε στην αψιδωτή καστρόπορτα, είναι παμπάλαιος και το χτίσμα μαρτυρεί την ανάγκη του ελέγχου της περιοχής, γιατί είναι πέρασμα από τα παλιά χρόνια τουλάχιστον πρωτοβυζαντινής περιόδου.
Το μοναστηριακό συγκρότημα εκτός από την εκκλησία που διατηρείται σε καλή κατάσταση, γιατί τώρα τελευταία αφού πήγε ο δρόμος την ξανάσουραν και την αρμολόγησαν εξωτερικά και έγινε λειτουργήσιμη, έχει ένα ψηλό και ισχυρό πύργο που από ερείπιο φτιάχτηκε πρόσφατα καινούργιος, στην κορυφή του έχει φωλιές για ταχυδρομικά περιστέρια, που τα χρησιμοποιούσαν τα παλαιότερα χρόνια επί Τουρκοκρατίας. Όλα τα άλλα σπίτια είναι ακόμα ερείπια από τον εμφύλιο πόλεμο, όταν οι Χίτες του Οιτύλου που οι περισσότεροι ήσαν από την φατρία των Στεφανόπουλων τους σκότωσαν τους Πετρουλιάνους και έχει περιγραφεί η σφαγή από ένα κοριτσάκι που το αφήσανε και έζησε.
Η Μονή κατοικείτο παλαιότερα από του Τσιγκιάνους Στεφανόπουλους, όμως άγνωστο πως και γιατί τους εκδίωξαν και πήγανε στο Νύφι της Προσηλιακής Μάνης και υπάρχουν σήμερα με το επώνυμο Τσιγκάκος.
Για την ίδρυση του μοναστηριού αναφέρει μονάχα ο Ν. Λάσκαρης, ότι χτίστηκε από τον Στέφανο Κομνηνό, επειδή ως πρωτόγερος και αρχηγός του Οιτύλου νίκησε στο λουρί του Κάσαρη σε μάχη τους Τούρκους την 8ην Σεπτεμβρίου 1537 και επειδή είναι η ημέρα γέννησης της Θεοτόκου, έχτισε το μοναστήρι στα εξοχικά του κτήματα.

Βέβαια αυτή είναι μία από τις συνηθισμένες παραμύθες των Στεφανοπουλιάνων, διότι ούτε αναφέρεται τέτοια μάχη το 1537 πουθενά στην ιστορία ή σε έγγραφα, ούτε καν οι Στεφανόπουλοι του Οιτύλου δεν έχουν τα χρόνια εκείνα φανεί στο προσκήνιο της ιστορίας του Οιτύλου, μονάχα οι Γιατριάνοι έχουν φανεί μέσα από έγγραφα να κυβερνάνε το Οίτυλο και την Μάνη τον 16ον αιώνα..
Η αλήθεια είναι ότι το μοναστήρι είναι χτισμένο σε περίοπτη θέση σπουδαίων δρόμων επικοινωνίας και συνάμα οπτικών με καμινοβίγλια επικοινωνιών, παράλληλα έχει πλησίον του πλούσιες και πάντοτε εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις, με άφθονα νερά. Για τους λόγους τούτους χτίστηκε από πολύ παλαιότερους χρόνους –η οικογένεια Κατσάκος που εκμεταλλεύεται εδώ και χρόνια τις περιουσίες του μοναστηριού μου είπαν ότι βρήκαν πέτρα με ενεπίγραφη ημερομηνία 1340-. Η οικογένεια των Στεφανοπουλιάνων βρήκε το μοναστήρι και το μεγάλωσε, γιατί ήταν το σπουδαιότερο μοναστήρι της οικογενείας τους.
Όταν το 1834 οι Μανιάτες διώξανε τους ξένους καλόγερους από τα μοναστήρια και άφησαν μονάχα καλόγερους από την γενιά τους, -εάν υπήρχαν- έφτασε η ώρα μετά από λίγες δεκαετίες, που δεν πήγαινε άλλος καλόγερος και πήγανε τα σόγια που τους ανήκε κληρονομικά το μοναστήρι και το πήρανε με την παραμονή τους την επιμονή τους και το σπαθί τους. Έτσι έγινε και στο μοναστήρι του Τσίγκου, ο Ν. Λάσκαρης αναφέρει την διεκδίκηση του μοναστηριού από την οικογένειά του με κάθε λεπτομέρεια, σε αποσπασματική αίτηση3 που δημοσιεύει, άλλωστε ήταν και ο πληρεξούσιος δικηγόρος και συνενδιαφερόμενος.
Από την αίτηση αυτή μαθαίνουμε ότι αναφέρεται και ο Γεώργιος Βάρδας ως Στεφανόπουλος, ένα επώνυμο που δεν γνωρίζαμε4 εκτός από τους Σταύρο και Ηλία Πέτρουλα.
Αναλυτική αναφορά για το πώς πάτησαν ποδάρι στο μοναστήρι οι Πετρουλέοι κάνει ο Κ. Κάσσης5, που αναφέρει και διήγηση του Μιχάλη Πέτρουλα (Κοζομπόλη). Ουσιαστικά κινδύνευε η κατάληψή του από τους Σκυφιάνους, που τους υποστήριζαν και οι Μαυρομιχαλέοι, αλλά το πήραν με το σπαθί τους οι Πετρουλέοι κλάδος Στεφανοπουλιάνικος. Όμως στον εμφύλιο τους εξόντωσαν οι Χίτες, που είχαν αρχηγό τον Γερακάρη οικογένεια καταγόμενη από το σόι τους, το Στεφανοπουλέϊκο και μέχρι σήμερα τα έχουν νοικιασμένα η οικογένεια Κατσάκος, που είναι Σκυφιάνοι. Αυτά τα αναφέρω περιληπτικά για να μαθαίνουμε τα γυρίσματα που έχουν οι καιροί.
Στο μοναστήρι του Τσίγκου κρυβότανε και ο Κολοκοτρώνης και από εκεί παρακολούθαγε τις κινήσεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, πριν από την έναρξη της επανάστασης. Αυτό το διηγούνταν οι παλαιοί, το αναφέρει ο Ν. Λάσκαρης6, και λέει ότι ο πατέρας του Μιχαλάκης Λάσκαρης Στεφανόπουλος, που υπηρετούσε ως αξιωματικός στην Ελληνική λεγεώνα που σχημάτισαν οι Άγγλοι στα Επτάνησα και αρχηγός ήταν ο Κολοκοτρώνης, άλλωστε ήταν γεγονός οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ των Στεφανοπουλέων και των Μαυρομιχαλέων και ένας πανέξυπνος Κολοκοτρώνης, που ήξερε καλά τους Μανιάτες ζύγιαζε κάλλιστα τις κινήσεις του.
Στο μοναστήρι του Τσίγκου ή Τζέγκου, όπως το αναφέρει λανθασμένα ο Μπάμπης Άννινος7 έγινε η σύλληψη του Παπουλάκη στις 24 Ιουνίου 1852, με προδοσία του Παπαβασίλαρου. Στην δίκη καταδικάστηκε και ο παπάς του Οιτύλου Μανδραγούρας ή Μανδραγουρέας, -Μανδραγόρα τον αναφέρει- στην σελ.100, γιατί υποστήριζε τον Παπουλάκη.
Λίγο πιο κάτω από την εξώπορτα του φρουριακού μοναστηριακού συγκροτήματος υπάρχουν δύο αψιδωτά μαρουλάκια με την πηγή του μοναστηριού. Τα όρια της περιουσίας του μοναστηριού είναι από εκεί που κλείνουν τα νερά από τις κορυφογραμμές μέχρι κάτω στην πηγή της Λονάς. Επάνω στα βουνά είναι η Λούρα του Καβελλάρη, όπου τα στάχυα την χρονιά που τους ξακλήρισαν οι Χίτες έφτασαν το μπόι ανθρώπου και τα είδαν ως κακό οιωνό. Εκεί στο Μετόχι, υπήρχε μία μεγάλη καρυδιά που σκέπαζε όλη την Λούρα του Καβελλάρη, στα χρόνια που διεκδικούσαν το μοναστήρι και την ξερίζωσαν οι Πετρουλέοι σε μια βραδιά για να μη την μετρήσει η εφορία.

Σημειώσεις

1. Δήμητρα Σωτήρη Πέτρουλα «Που είναι η μάνα σου μωρή», Αθήνα 1986.

2. Ν. Λάσκαρης «Περί Μάνης και των κατοίκων αυτής», Κωνσταντινούπολη 20-9-1866, σελ. 9-11.

3. Ν. Λάσκαρη «Περί της Μάνης και των κατοίκων αυτής», Κωνσταντινούπολη 1886, σελ. 10-11. Αναφέρει τα εξής:
«Αίτησις θεραπείας Νικολάου Λασκάρεως κατοικοδημότου Οιτύλου, και μονίμως διαμένοντος εν Κωνσταντινουπόλει δι εαυτόν, και ως πληρεξούσιος των λοιπών συγγενών του κατά του Εκκλησιατικού ταμείου αντιπροσωπευομένου δια του κυρίου υπουργού των Οικονομικών και των Εκκλησιαστικών.
Κύριε Υπουργέ,
Από είκοσιν και επέκεινα ετών διαμένω εν Κνωσταντινουπόλει εξασκών το επάγγλεμα του δικηγόρου,και επανελθών ενταύθα προ τινων, έλαβον γνώσιν περί της αγωγής του Εκκλησιατικού Ταμείου, χρονολογουμένης από Αύγουστου 1863 κινηθείσης κατά των κατόχων του εν Οιτύλω Μοναστηρίου των Στεφανοπούλων Γεωργίου Βάρδα, Σταύρου Πέτρουλα και Ηλία Πέτρουλα ενώπιον των εν Καλάμαις Πρωτοδικών, δι ης ητήσατο την κυριότητα και κατοχήν των του Μοναστηρίου οικιών και κτημάτων, ως δήθεν διαλελυμένης Μάνης και υπαγομένς εις τα δημόσια εκκλησιαστικά κτήματα κτλ. Επειδή κ, υπουργέ ειμί καγώ άμεσος διάδοχος του κτήτορος Στεφάνου του εκ Κομνηνών, Πρωτογέροντος, ή πρώτου Γερουσιαστού της Λακεδαιμονίου Γερουσίας, ήτοι του αρχηγού των Λακώνων, δι ου ούτοι διέσωσαν από της Τουρκίας την ιεράν ελευθερίαν των, και έχω πλήρη και αναμφισβήτητα τα δικαιώματα της κυριώτητος ώ και πάσαι αι λοιπαί οικογένειαι αι εκ του Στεφάνου αμέσως καταγόμεναι επι της ρηθείσης Μονής, και των όλων κτημάτων αυτής, καθόσσν η Μονή ως και τα κτήματα τα υπαγόμενα αυτή, ούτε υπό του πρώτου κτήτορος και προπάτορος εμού τε και των λοιπών συγγενών μου, ούτε υπό των αμέσως διαδόχων αυτού μέχρις εμού αφιερώθη δια κοινή τίνα αγαθοεργίαν, η εκκλησιαστικήν, αλλά κατείχετο διαδοχικώς ποτέ μεν από τινος οικογενείας πότε δε από ετέρας ανηκούσης αποκλειστικώς εις τους δύο μεγάλους κλάδους αυτής τους ονομαζομένους Θεοδωριάνους και Γιαννιάνους, Στεφανοπούλους ή Στεφανιάνους, και εκυριεύετο και ενέμετο αδιαιρέτως υφ’ απάντων και εθεωρείτο και ανεγνωρίζετο υπό των λοιπών κατοίκων Οιτύλου και των περιχώρων πάντοτε Μονή οικογενειακή, ως και άλλαι παρόμιαι Μοναί, ως δεν αγνοείτε κ. ύπουργέ, υπάρχουσιν εις τε την Λακωνίαν και τας νήσους της Ελλάδος, και δεν υπάγονται εις την κατηγορίαν του νόμου δια να θεωρηθή η Μονή αυτή ως ανήκουσα εις το δημόσιον και εκκλησιαστικόν ταμείον, επομένως ουδόλως εδικαιούτο το εκκλησιαστικόν ταμείον να κινήση αγωγή, και να ζητήση και λάβη των κατοχήν παρανόμως ιδιωτικής περιουσίας και να στερήση ούτω ουχί μόνον υλικά δικαιώματα αλλά και το πλέον διακριτικόν ιστορικόν μνημείον μεγάλης οικογενείας, ήτις αφήνω ότι έδωσε πολλούς ηγεμόνας εκ των μάλλον επιφανών εις την Ελληνικήν Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν αλλά προσέφερε και μεγίστας εκδουλεύσεις δια την διάσωσιν της ελευθερίας της Λακωνίας, και δεν υστέρησε κ.τ.λ.

Εν Αθήναις την 10 Ιανουαρίου 1876.
«ο αιτών Ν. ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Εφ’ ώ παραγγέλεται ο αρμόδ. κτλ.»

4. Μονάχα ο Γιάννης Κατσουλέας το επώνυμο Βάρδας το ανάφερε στους Τσιγκιάνους-Στεφανόπουλους, στην ψευτοφυλλάδα του «Στεφανόπουλοι των Κομνηνών», Αθήναι 1997, έχοντας γνώση του φυλλαδίου του Ν. Λάσκαρη, χωρίς όμως να κάνει παραπομπές σε αυτόν .

5. Κ. Κάσσης «¨Ανθη της Πέτρας», Αθήνα 1990, σελ. 438-443.

6. Ν. Λάσκαρη «Περί της Μάνης και των κατοίκων αυτής», Κωνσταντινούπολη 1886, σελ 15.

7. Μπάμπης Άννινος, «Ο Παπουλάκης», Αθήνα 1995, επανέκδοση από την πρώτη του 1925, σελ. 92-93.

ΒΙΝΤΕΟ ΜΟΝΗΣ https://www.youtube.com/watch?v=iqYhNAmZOkM