ΟΙΤΥΛΟ (ΡΑΖΕΛΙΑΝΙΚΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ)



video


Απόσπασμα από το βιβλίο του Μιχάλη Γρηγ. Μπατσινίλα «ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΤΥΛΟΥ».

Η εκκλησία είναι χτισμένη (διαμορφωμένη) μέσα σ’ ένα σπήλαιο, που θα ήταν κέντρο λατρείας από τα αρχαία χρόνια. Βρίσκεται Δυτικά του Οιτύλου, κάτω από τ’ Αλευριάνικα και πάνω από το Μοναστήρι του Ντεκούλου, πάνω σ’ ένα γκρεμό, έχοντας μπροστά το όμορφο τοπίο του Πόρτο Βέτουλο (Vetulo).
Την ονομασία της την οφείλει σε μερικές οικογένειες που κατάγονται από τον Ραζέλο Μέδικο–Γιατριάνο και μετά την απελευθέρωση πήραν το Μοναστήρι από τους καλόγερους, γιατί γνώριζαν ότι τους ανήκε κληρονομικά. Άλλωστε και η ονομασία που είχε τότε Γιατριάνικο Μοναστήρι και Παναγιά η Γιάτρισσα το μαρτυρεί.
Σήμερα για να πάει κανείς στο μοναστηράκι υπάρχουν όπως και παλιά δύο δρόμοι, ο ένας από τον Σωτήρα-Σκατέα-Μοναστηράκια. Αυτός εξυπηρετεί τους Κατουμαχαλιώτες και ο άλλος, που είναι άλλωστε και συνέχεια του πρώτου Μοναστηράκια-Σπηλιάκα (όπου περνάει ο παλιός δημόσιος δρόμος), που εξυπηρετεί τους Πανουμαχαλιώτες. Παλιότερα πριν την διάνοιξη του δρόμου συνέχιζε το μονοπάτι μέχρι την Γιατριάνικη Σκάλα στους Απεράτες, ονομάστηκε Γιατριάνικη, γιατί την χρησιμοποιούσαν –ίσως και να την έφτιαξαν- κυρίως οι Γιατριάνοι για να πηγαίνουν στα χωράφια τους περνώντας από την Παναγίτσα.
Στο δρόμο-μονοπάτι από Σκατέα-Μοναστηράκι, καταμεσής του δρόμου μετά τα σκαλιστά σκαλούνια στο βράχο που οδηγούν στο σπηλιάκη του Ηλία Μπατσινίλα (Κουλούβη), στρίβοντας προς τα κάτω, εκεί ακριβώς πριν στρίψουμε δεξιά προς τα μοναστηράκια, εκεί στα σκαλούνια έχει θαφτεί ένας επίσκοπος Μαϊνης και οι γυναίκες ζαλωμένες, όταν περνάγανε έλεγαν ότι κοβόντουσαν τα πόδια τους, γιατί εκεί είναι θαμμένος ο Δεσπότης.
Ακριβώς δίπλα ήταν το σπίτι του στο κτήμα που λέγεται το Δεσποτικό ή Γερακάρη η δεύτερη ονομασία προέρχεται, διότι αυτό το χωράφι οι Μπατσινιλιάνοι (Κουλουβιάνοι) το αγόρασαν από τον Γερακάρη, γιατί το είχε πάρει προίκα η γυναίκα του, που ήταν κόρη του Ξενοφών Μπατσινίλα. Στο κτήμα σώζονται πλέχτουρα στο νότιο τοιχίο και προς το Οίτυλο, δυτικά, όλο το τοιχίο και το πιτίνι του σπιτιού, βόρεια έχει πέσει ένας τεράστιος βράχος από την αρχαιότητα, και χρησίμευε για ταράτσα, έχει κι ένα λεκάνι σκαλιστό για βρόχινο νερό.
Στο ρέμα του Σκατέα στο δρόμο για μοναστηράκια έχει πέσει ένας Δεσπότης και σκοτώθηκε, έτσι ξέρει όλος ο κόσμος από τους παλιούς, εκεί είναι σκαλισμένο το μεγαλύτερο σταυροπύρι της Μάνης 30 με 40 εκατοστά οι διαστάσεις του περίπου.
Λίγο πιο κάτω από την Ραζελιάνικη Παναγιά είναι χτισμένο το Ντεκουλιάνικο Μοναστήρι, ο τόπος που τα χωρίζει είναι απότομος και γεμάτος μικρούς γκρεμούς, αδύνατο να τα περάσει κανείς, μονάχα ένα μικρό μονοπάτι, που κι αυτό σε ένα σημείο χρησιμοποιεί ένα γκρεμό για πέρασμα, με μερικά σκαλιστά πατήματα στο βράχο, αυτή ήταν η μοναδική οδός γρήγορης επικοινωνίας μεταξύ των δύο μοναστηριών. Γιατί αλλιώτικα πρέπει να κάνει ανάγυρο κανείς από τον δρόμο του Σκατέα στην Κάτου Χώρα.
Η εκκλησία της Παναγίτσας Σπηλαιώτισσας λέει η παράδοση(1) ότι χτίστηκε από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118), που ως γνωστόν ασπάστηκε τον μοναχικό βίο και έγινε άγιος και προστάτης του Βοιτύλου. Μάλιστα έλεγαν ότι κάθε φορά που έπεφτε βαριά επιδημία στο Βοίτυλο, παρουσιαζόταν ο καλόγερος Αλέξιος στον ουρανό με λαμπάδα στο χέρι και έδιωχνε τον λοιμό.
Στα χρόνια του Αλέξιου το Βοίτυλο ήταν μεγάλο αστικό Βυζαντινό κέντρο, εκεί που είναι σήμερα το χωριό ήταν το κάστρο της Μάϊνας ή Μαΐνης και η αρχαία ονομασία παρέμενε στα πέριξ και στο Πόρτο Βοίτυλο.
Στο δρόμο κάτω στο μονοπάτι είναι μία μεγάλη ανοιχτή σχεδόν ορθογώνια γηστέρνα σκαλισμένη στο βράχο και περασμένη με κουρασάνι στα τοιχώματά της, στις δύο μεγάλες πλευρές της έχει σκαλίσματα να στεριώνονται σανίδες για να πατάνε επάνω και να βγάζουν νερό, δίπλα απ’ αυτή δύο μεγάλα λεκάνια και λούκια. Λίγο πιο πέρα από το πάνω μέρος του μονοπατιού υπάρχουν τα ερείπια μιας μικρής εκκλησίτσας των Ταξιαρχών, που είχε πίσω της το νεκροταφείο του μοναστηριού, στην εκκλησία διακρίνεται η κοιλότητα του ιερού, καθώς επίσης η εξώπορτα και πριν από την πόρτα δεξιά ένα χτίσμα σαν εικονοστάσι. Εκεί απ’ έξω υπήρχε μέχρι το 1985-86 ένα αρχιτεκτονικό μάρμαρο σαν κολωνάκι, που μεταφέρθηκε στο Κοινοτικό κτίριο.
Από το κάτω μέρος του δρόμου και του παλιού νεκροταφείου είναι μερικά πλέχτουρα σε σειρά που δείχνουν αρχαία προέλευση χτίσματος ή τειχισμό.
Πάνω από την σκαλίτσα που αρχίζει από το μονοπάτι για το μοναστηράκι, υπάρχει ένα λουρί που λέγεται το Μελισσουργείο, γιατί εκεί είχαν τα μελίσσια τους οι καλόγεροι, εκεί στο πάνω μέρος υπάρχει μία άλλη σκαλιστή στο βράχο γηστέρνα πάνω από 2, 50 μέτρα βάθος, σε σχήμα μεγάλης πιθάρας, με αρκετά σκαλιστά λούκια, που οδηγούσαν το νερό μέσα της.
Για να ανέβει κανείς στην εκκλησιά χρησιμοποιεί μια πέτρινη σκάλα που τα τελευταία τρία σκαλοπάτια της είναι σκαλισμένα στο βράχο. Παλαιότερα πρέπει να υπήρχε αψιδωτή πέτρινη είσοδος επάνω στο μπαλκόνι της εκκλησιάς που είναι πετροχτισμένο το στηθαίο, η είσοδος αυτή αμπάρωνε με ξύλινη πόρτα, φαίνονται έντονα τα σημάδια από τις κάσες σκαλισμένα στη ριζωμιά του βράχου. Η σκάλα που είναι σήμερα την έχτισε ο Πανάγος Δημ. Παπαδέας το 1970 στην θέση της παλιάς και σχεδόν το ίδιο σχέδιο, η παλιά είχε όμως σκαλούνια από το πλατύσκαλο και προς την ανατολική πλευρά, όχι μόνο προς την βορινή. Η παλιά έπεσε με μία μεγάλη νεροποντή και έμεινε η εκκλησιά για δύο τρία χρόνια αλειτούργητη, τα χρήματα τα έβαλαν ο Αριστείδης Πιερρακέας και η αδερφή του η χήρα Τέλαινα (Ελένη) που είχε πάρει τον Τέλη Βαρβεράκη, το νερό το παρεχώρησαν δωρεάν από την γηστέρνα τους οι Αλευριάνοι.
Εκεί κάτω από την εκκλησιά που καταλήγει η σκάλα, στο σπηλιάκη είναι σκαλισμένες προθέσεις, φανερό δείγμα ότι γινότανε λατρεία εκεί. Η λαϊκή φαντασία έχει φτιάξει, όπως και για την Σπηλαιώτισσα τον ίδιο μύθο ότι εκεί χτιζότανε η εκκλησιά αρχικά, αλλά τα εργαλεία το πρωί τα βρίσκανε οι μαστόροι στο σπηλιάκη στο γκρεμό, γι’ αυτό την έχτισαν εκεί την εκκλησιά. Όλα τα σπηλιάκια από το Μοναστηράκι της Παναγιάς μέχρι τον Σκατέα έχουν υποστεί την επέμβαση του ανθρώπινου χεριού και έχουν γίνει τεράστια λαξευτικά έργα στον γύρω χώρο, στην μαλακιά ασπροπηλιά, από τους μοναχούς που τις είχαν για σκήτες, βλέπει κανείς ωραία μπαλκόνια στον γκρεμό που ανέβαιναν με ξύλινες σκάλες ή σχοινιά, με θέσεις (λώζους) που κάθονταν σκαλιστές στο πέτρωμα.
Δεξιά της πόρτας όπως μπαίνουμε είναι ένα παραθυράκι, εκεί που ψέλνουν οι ψάλτες και άλλο ένα πιο δίπλα μέσα από το ιερό που το φωτίζει. Το δάπεδο της σπηλιάς και οι τοίχοι έχουν υποστεί λείανση και διαμόρφωση από ανθρώπινα χέρια. Η οροφή παραμένει μέχρι σήμερα φυσική και σπηλαιώδης, κατάμαυρη, δείγμα φανερό ότι ανάβανε φωτιά κάποτε μέσα εκεί. Η Αγία Τράπεζα είναι μια τεράστια πλάκα τίκλας πάνω σε κυλινδρική λαξευτή βάση, στο πέτρωμα του σπηλαίου.
Μέσα στην εκκλησία βρίσκονται σκαλισμένα στο βράχο του δαπέδου δύο λεκάνια, που βγάζουν μόνα τους νερό, παλαιότερα υπήρχε και τρίτο μπροστά από την Ωραία Πύλη, αλλά το βούλωσα το 1976 με τσιμέντο γιατί εμπόδιζε τον παπά, αυτό γέμιζε νερό με το λούκι που πάει στο ιερό, από το λεκάνι, που ακόμη και σήμερα γεμίζει μονάχο του νερό από μία μικρή τρυπούλα. Λεκάνια υπάρχουν επίσης ένα μέσα στον τοίχο με μικρό αυλακάκι και ένα μεγάλο έξω από τον τοίχο αριστερά πριν μπούμε στην πόρτα της εκκλησιάς. Το 1987 ορμώμενος από το λούκι που πήγαινε προς το ιερό περνώντας από την Ωραία Πύλη, αριστερά της Αγίας Τράπεζας, εκεί ανακάλυψα κτυπώντας με σφυρί το δάπεδο του ιερού μία μεγάλη γηστέρνα σκαλιστή εξ’ ολοκλήρου στον βράχο, με μια μαύρη πλάκα για σκέπαστρο (καπάκι), ήταν καλυμμένη από το τσιμέντο, που είχε ρίξει ο παπάς Αρκουδέας.
Ο ναός σήμερα από τις δύο πλευρές του που ακουμπάνε στον τοίχο του σπηλαίου είναι αγιογραφημένες, καθώς επίσης και στο ιερό από το πάνω μέρος στις δύο προθέσεις, επίσης στο χώρισμα του ιερού, στις τρεις πόρτες που οδηγούν στο ιερό, δεξιά και αριστερά της Ωραίας Πύλης η αγιογράφηση με τις Δεσποτικές του Χριστού, της Παναγίας και επάνω σώζεται τμήμα του Δωδεκάορτου στο τέμπλο, αυτές είναι παλαιότερες από τους τοίχους. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στην άκρη της δεξιάς πόρτας του ιερού είναι άλλης νεότερης ίσως εποχής αγιογραφία. Στην άλλη άκρη της αριστερής πόρτας του ιερού η αγιογραφία της Κοίμησης της Θεοτόκου είναι της ίδιας εποχής με των τοίχων. Πάνω από την εξώπορτα σε αψιδωτό ντουλάπι είναι αγιογραφημένη η Παναγία, με χρώματα ίδια των παλιών αγιογραφήσεων.
Στο δυτικό τοίχο σώζονται τρεις σειρές αγιογραφήσεων, η πρώτη επάνω σειρά που είναι και μικρότερη σε μέγεθος από την ακριβώς από κάτω, έχει τις εξής 4 αγιογραφίες από αριστερά προς τα δεξιά: Ένα εξαπτέρυγο, ο Μυστικός Δείπνος, η Σταύρωση και η Ανάσταση του Κυρίου. Ακριβώς από κάτω σε μεγαλύτερες διαστάσεις είναι ενός Αγίου που δεν φαίνεται το όνομα (όλες έχουν υποστεί φθορές), οι Άγιοι Θεόδωροι και ο Άγιος Δημήτριος καβαλάρηδες. Και τέλος κάτω –κάτω πρέπει να υπήρχαν άλλες.

Στο βορινό τοίχο στην πάνω πρώτη σειρά από αριστερά προς τα δεξιά είναι ο Άγιος Τρύφων σε κυκλική αγιογραφία, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, τα Εισόδια της Θεοτόκου πάνω από τον τεράστιο Χάρο μία με μικρούλα με άνθη και δίπλα του Προφήτη Ηλία Στην δεύτερη σειρά είναι ο Άγιος Παντελεήμων, ο καβαλάρης Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, ο Άγιος Ανδρέας, σε τεράστια ο Άρχων Μιχαήλ (ο Χάρος ) και δίπλα η Μετάσταση της Θεοτόκου, ακριβώς κάτω από τον Προφήτη Ηλία. Στην τρίτη σειρά κάτω-κάτω έχει σκηνές από την κόλαση όπως ένα διάβολο και την κρεμασμένη γυναίκα για το «ξεχασμένο τάμα», τον κρεμασμένο άνδρα για τον «ανεξομολόγητο χριστιανό», ένα διάβολο με ένα κρεμασμένο άνδρα σε καζάνι και ένας άλλος διάβολος το ανακατεύει για τον «προδότη και άλλα δυσανάγνωστα», δύο διάβολοι δεξιά και αριστερά ενός κρεμασμένου άνδρα που έκλεβε κρεμμύδια «ο κλέπτης κρομέας».
Το 1971 κατέγραψα δύο αφιερώσεις (δεήσεις) σε αντίστοιχες αγιογραφίες στον κυρίως ναό από την πάνω βορινή πλευρά του, συγκεκριμένα στις αγιογραφίες του Αϊ Γιώργη και Αγίου Ανδρέα.
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ
Δέησις του δούλου του θεού Γεωργίου Κουλάκι εις βοήθεια αυτού και ψυχικήν σωτηρίαν.
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
Δέησις του δούλου του Θεού ιω Πα Ανδρεάκι εις βοήθειαν υιού και εις μνημόσυνον του πατρός αυτού Ανθίμου Ιερομονάχου του πρώην ηγουμένου και ανακαινιστού της Αγίας μονής ταύτης α΄ψ μ ζ (1747).
Άρα κάποια σοβαρή ανακαίνιση στη μονή έχε κάνει πριν το 1747 ο ηγούμενος Άνθιμος.
Στις 3 Γενάρη του 1990 κατέγραψα στο ιερό στην μεγάλη πρόθεση, που έχει την αγιογραφία της Αποκαθήλωσης μισοασπρισμένη την εξής αφιέρωση:
Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΙΣ
Μνήσθητι κύριε Ιωάννη της συμβίας των τέκνων και των Γονέων Ιατρός.
Αποτελεί και την έγγραφη μαρτυρία ότι ήταν και είναι Γιατριάνικο (Μεδίκων) το Μοναστηράκι.
Το 1833 έγινε ο χωρισμός από το Πατριαρχείο Κων/λης και το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδας. Το 1834 έγινε η επανάσταση της Μάνης με το γκρέμισμα των πύργων, τότε δεν δέχτηκαν και την απογραφή των μοναστηριακών περιουσιών. Γι αυτό διώξανε τους καλόγερους και πήρανε τις περιουσίες οι οικογένειες που γνώριζαν από πάππου προς πάππου ότι ήταν δικά τους τα μοναστήρια. Τα μοναστηράκια τα πήραν οι Ραζελιάνοι, αλλά όχι όλες οι οικογένειες και πάλι ορισμένοι από τις οικογένειες που τα πήραν δεν δέχτηκαν μοιρασιά από θεοσέβεια, δέχτηκαν όμως όπως απεφασίσθη να έχουν υποχρέωση στο άναμμα των καντηλιών, στο μήνα που τους όρισε η γεροντική του σογιού. Ένας από αυτούς που δεν δέχτηκε περιουσία από την Ραζελιάνικη Παναγιά, ενώ πήραν όλοι οι Μπατσινιλιάνοι ήταν και ο πάππος του πάππου μου ο Γιώργης (ο Αρφάνης) Μπατσινίλας.
Την περισσότερη περιουσία την πήραν οι Παπαδέοι (Σταυρέοι), γι’ αυτό υποχρεώθηκαν ν’ ανάβουν 6 μήνες τον χρόνο το μοναστηράκι. Ήμουνα μικρός και θυμάμαι την προγιαγιά μου την Λυγορού που με έπαιρνε και πηγαίναμε και ανάβαμε μαζί το μοναστηράκι μας στον μήνα μας.
Άλλη ιστορική μαρτυρία για το μοναστηράκι έχουμε από δύο Αμερικανούς ιεραποστόλου του George W Leyburn και του Samuel R.Houstom, που έζησαν στην Αρεόπολη από το 1837 μέχρι το 1841 σαν απεσταλμένοι της Αμερικανικής Επιτροπής Ξένων Ιεραποστολών. Αυτοί τον Ιούνιο του 1837 επισκέφτηκαν το Οίτυλο σαν εκδρομή, μεταξύ των άλλων που αναφέρουν γράφουν και τα εξής:
«Κατά την επιστροφή μας από το Οίτυλο επισκεφθήκαμε ένα παλιό μοναστήρι που βρίσκεται στην πλαγιά του λόφου, κάτω από το χωριό. Από μακριά, με τους κήπους και τα δένδρα γύρω-γύρω, παρουσίαζε μια όμορφη εικόνα, αλλά το εσωτερικό του είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Αποτελεί τώρα την κατοικία μιας φτωχής οικογένειας, ενώ οι καλόγεροί του έχουν πάει στο Άγιον Όρος. Γενικά οι Σπαρτιάται δεν φαίνεται να συμπαθούν πολύ την καλογερίστικη ζωή…»(2)
Δυστυχώς δεν ανέφεραν όνομα του μοναστηριού, η Σόφη Παπαγεωργίου αναφέρει σε σημείωσή της ότι αυτό ίσως ήταν το Μοναστήρι του Ντεκούλου. Αυτό είναι λάθος, εγώ είμαι σίγουρος ότι αυτό είναι το Ραζελιάνικο Μοναστηράκι, διότι αυτοί μιλούν για ένα παλιό μοναστήρι ενώ αντίθετα το μοναστήρι του Ντεκούλου ήταν νεότερο για την εποχή εκείνη, διότι μόλις το 1765 τέλειωσε. Αναφέρουν, οι ιεραπόστολοι στη συνεχιζόμενη αφήγησή τους, για το άλλο μοναστήρι που επισκέφτηκαν το ίδιο βράδυ και βρήκαν μάλιστα έναν καλόγερο ονόματι Έρασμο, εκεί είδαν ζωγραφισμένο τον Θεό σαν γέροντα με άσπρη γενειάδα και τους έκανε άσχημη εντύπωση. Όσο για το τρίτο μοναστήρι που αναφέρουν, είναι λένε, χωρίς κανένα καλόγερο.
Για το μοναστηράκι ταιριάζει η περιγραφή αυτή, είμαι απόλυτα σίγουρος, διότι και το εσωτερικό του ναού ήταν και είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση, αφού είναι χτισμένο σε σπηλιάκη, όσο για τους κήπους και τα δένδρα γύρω-γύρω οφείλονται στην περιποίηση της οικογένειας που έμενε εκεί. Αυτή η φτωχή οικογένεια που αναφέρουν οι ιεραπόστολοι, που κατοικούσε στο μοναστήρι, ήταν Μπατσινιλιάνοι (Κουλουβιάνοι) που λόγω στενότητας του σπιτιού τους μία οικογένεια χρησιμοποιούσε ως κατοικία το Μοναστηράκι και τους γύρω χώρους του, τα σπηλιάκια γηστέρνες, για τους ίδιους και τα κοπάδια τους. Άλλωστε μέχρι σήμερα όχι μόνο κατέχουν αλλά από παλιά έχουν αγοράσει τις γύρω περιουσίες.
Η Ραζελιάνικη Παναγιά μετά την κατάργηση των εξωκλησίων από την ιερά σύνοδο, δεν πήγαινε παπάς, μονάχα οι πιστοί πήγαιναν και την άναβαν. Μεταπολεμικά την πρωτολειτούργησε ο παπάς Αρκουδέας από την Πολιάνα (Άγιο Νίκωνα). Η γιαγιά μου Μιχαλού –Σταυρούλα σύζυγος Μιχαήλ Μπατσινίλα- πλήρωσε τον παπά Αρκουδέα που σχεδόν ίσιωσε το ιερό με τσιμέντο γιατί ήταν κατηφορικό (ροβολιακό) με αποδότες την γιαγιά μου και την κόρη της Ευγενικούλα. Για την γηστέρνα στο ιερό που ανακάλυψα το 1987 δεν θυμόντουσαν τίποτα, γιατί οι γυναίκες όπως μου είπε η γιαγιά μου δεν μπαίνανε στο ιερό. Μονάχα ο μπάρμπα-Παναγιώτης Μπατσινίλας (Κουλούβης) είπε σαν να θυμότανε κάτι σαν λεκάνι. Η γιαγιά μου πήγε στο Γύθειο στον Δεσπότη και τον ρώτησε πότε να λειτουργείται η εκκλησία, γιατί στην Κοίμηση γιόρταζε ο ενοριακός ναός του Οιτύλου, εκείνος της έδωσε χαρτί να λειτουργείται στα εννιάμερα της Παναγίας στις 23 Αυγούστου. Όταν πρωτολειτουργήθηκε το μοναστηράκι πήγαν με στάρι η γιαγιά Μιχαλού και η Λιού σύζυγος του Ηλία Μπατσινίλα (Κουλούβης, αδελφός του Παναγιώτη),. Την άλλη χρονιά πήγε με στάρι και η Βούλα σύζυγος του Παναγιώτη Μπατσινίλα και η αδελφή του Βούλα που είχε πάρει Σκουτζέα. Αργότερα πήγαν και οι Πιερρακιάνοι από το Μεσιακό.
Εγώ έβλεπα στα χρόνια μου να κάνουν τρεις αρτοπλασίες, η γιαγιά μου, η Λιού και η Σκούτζενα, σήμερα μόνο η Λιού, που ζει κάνει αρτοπλασία. Το τσιμέντο έξω από την είσοδο της εκκλησιά το έριξα εγώ το 1976 για να ισιώσει και για τα νερά μη ρίξουν το στηθαίο τοιχίο.
Την εκκλησιά την κρατάνε στη κυριολεξία οι Μπατσινιλιάνοι, γιατί και οι δρόμοι θα είχαν κλείσει από την βλάστηση και στην χάρη της αν δεν ασπρίζεται δεν μπορεί να λειτουργήσει ο παπάς. Το 1987 στην χάρη της πήγα και μια καμπάνα γιατί ποτέ δεν είχε και όλη την θέλανε να την ακούν. Το 1995 ο Σωτήρης Μπατσινίλας πήγε το ψαλτήρι και ο παπάς το εικονοστάσι (ξύλινα και σκαλιστά). Οι πιστοί πηγαίνουν συνέχεια εικόνες και λάδι στην εκκλησιά.
Σημειώσεις
1. Γιάννη Μαντούβαλου. «Στη σκιά του Ταΰγετου», σελ. 45
2. Σόφης Παπαγεωργίου. «Περιήγηση Λακωνίας και Κυθήρων από δύο Αμερικανούς ιεραποστόλους, 1837-1838». Λακωνικαί Σπουδαί, τόμ. Β΄, Αθήναι 1975, σελ. 246.
-------------------------------------------------

ΟΙΤΥΛΟ ΡΟΖΕΛΙΑΝΙΚΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
Χτισμένη μέσα στο βράχο είναι η Ραζελιάνικη Παναγιά ή Σπηλαιώτισσα, πιθανότατα (σαν μοναστήρι) από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118) που ασπάστηκε τον μοναχικό βίο και έγινε άγιος και προστάτης του Βοιτύλου. Για να φθάσουμε ακολουθούμε τον παλιό δημόσιο δρόμο που οδηγεί στην παραλία του Οιτύλου και μόλις βγούμε από το Οίτυλο στο σημείο που αριστερά μας θα δούμε μία πεσμένη αψίδα από δάφνες, ξεκινά μικρό και σύντομο μονοπάτι που σε 5' λεπτά μας οδηγεί στην είσοδο του μοναστηρακιού μέσα στον βράχο. Κάτω από την Παναγία βρίσκεται το Ντεκουλιάνικο μοναστήρι αλλά η προσέγγισή του από εδώ είναι δύσβατη και για να το επισκεφθούμε είναι καλύτερα να κάνουμε τον γύρο από τον δημόσιο δρόμο.